H ελευθερία της έκφρασης

Την 21η-4-2020, με δημόσια ανάρτησή του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, ο εκ των Αντιδημάρχων του Δήμου Σπάρτης Δημήτριος Καπονικολός, επ’ ευκαιρία της “επετείου” του πραξικοπήματος της 21ης-4-1967, διατύπωσε ευχή για χρόνια πολλά με υγεία, συνοδευόμενη μάλιστα από δύο φωτογραφικές λήψεις που απεικονίζονταν στην μεν πρώτη μια τούρτα που έφερε την εγγραφή “21η Απριλίου 1967”, στην δε δεύτερη η γνωστή σημαία της Χούντας.

Η παραπάνω κίνηση του ανωτέρω προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, υπό την πίεση των οποίων αυτός, με νεότερη ανάρτησή του στο ίδιο μέσο, ναι μεν ζήτησε συγνώμη για τα γραφόμενά του από τον επικεφαλής της παράταξής του, κατά τα λοιπά, όμως, επικαλέστηκε την δημοκρατία και το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης.  Τα παραπάνω, που δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ασυγκίνητο κανέναν πολίτη, έφεραν στο προσκήνιο μία σειρά πολύ ενδιαφερόντων ζητημάτων.  

Τι είναι η ελευθερία της έκφρασης; Τι περιλαμβάνει; Πως προστατεύεται; Ποια είναι τα όριά της; Μπορούν να τεθούν περιορισμοί σε αυτή και αν ναι πότε; Η δημόσια θέση ή το δημόσιο αξίωμα επιβάλλει στον κατέχοντα την δημόσια θέση ή το δημόσιο αξίωμα την τήρηση ορισμένης στάσης, τέτοιας που να θέτει επιπλέον περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασής του;  

Σε αυτά τα ζητήματα, υπό την μορφή απαντήσεων στα ανωτέρω ερωτήματα, θα προσπαθήσω, στον περιορισμένο χώρο που μου επιτρέπει το παρόν, να αναφερθώ.  

Αν θέλαμε να δώσουμε ένα ορισμό, θα λέγαμε ότι ελευθερία της έκφρασης είναι η ελευθερία κάθε ατόμου να εκφράζει τις σκέψεις, τις απόψεις και τις ιδέες του εντός του κοινωνικού συνόλου στο οποίο εντάσσεται, χωρίς τον φόβο της αντίρρησης, της λογοκρισίας ή της νομικής κύρωσης. Είναι, δηλαδή, η ελευθερία του κάθε ανθρώπου να μην φοβάται να είναι ο εαυτός του, να μην φοβάται να εκφράζεται και να επικοινωνεί με τους άλλους, να μην φοβάται να λέει και να γράφει ότι ακριβώς αισθάνεται και σκέπτεται¸ να μην φοβάται να εκφράζεται σκεπτόμενος τις δυσμενείς συνέπειες που μπορεί αυτό να επιφέρει.  

Η ελευθερία της έκφρασης, που αποτελεί ένα από τα κύρια θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας, αλλά και μία από τις βασικές προϋποθέσεις προόδου των κοινωνιών και ανάπτυξης των ατόμων, κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη στο άρθρο 14 του Συντάγματος της Ελλάδος, το οποίο στην πρώτη του παράγραφο ορίζει: «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους.». Περαιτέρω, βεβαίως, προβλέπεται από μία σειρά διατάξεων υπερεθνικών νομοθετικών κειμένων, όπως το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το άρθρο 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., τα οποία δεσμεύουν και την ελληνική έννομη τάξη.

Όπως γίνεται δεκτό από τα ελληνικά δικαστήρια [ενδεικτικά Πλημ/κείο Ρεθύμνης 23823/2015], το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο ιδέες, γνώμες, απόψεις, πληροφορίες που γίνονται ευμενώς δεκτές, θεωρούνται αβλαβείς ή αδιάφορες, αλλά και εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν, είτε το κράτος, είτε άλλα άτομα, είτε ομάδες του πληθυσμού. Εξάλλου, τούτα συμβαδίζουν με τις αρχές του πλουραλισμού, της ανεκτικότητας, της ευρύτητας πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία.

Βεβαίως και η ελευθερία της έκφρασης έχει όρια και έτσι υπόκειται και σε περιορισμούς. Εξάλλου, από την ίδια την συνταγματική διάταξη που την κατοχυρώνει ορίζεται ότι αυτή τελεί υπό την γενική επιφύλαξη του νόμου -λέει το άρθρο 14 Σ «τηρώντας τους Νόμους του Κράτους»-. Οι περιορισμοί αυτοί, όμως, είναι θεμιτοί μόνο αν κατατείνουν στην προστασία του ατόμου ή του κοινωνικού συνόλου από την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της έκφρασης. Για παράδειγμα θεμιτό περιορισμό στην ελευθερία της έκφρασης θεσπίζουν οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, που προβλέπουν και τιμωρούν τα εγκλήματα κατά της τιμής (εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμιση κ.α). Πάντως, κάθε φορά, τα συγκεκριμένα έννομα αγαθά και τα συγκεκριμένα δικαιώματα τρίτων ή του κοινωνικού συνόλου που προσβάλλονται από την ελευθερία της έκφρασης, σταθμίζονται με αυτή ειδικά και μόνο μετά την πρακτική εναρμόνισή τους διαπιστώνεται αν τελικώς οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν. Εν γένει, όμως, είναι δεκτό ότι οι περιορισμοί της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύονται στενά και η τυχόν αναγκαι­ότητά τους πρέπει να θεμελιώνεται πειστικά επί τη βάσει μιας συγκεκριμένης, επιτακτικής, κοινωνικής ανάγκης.

Αποτελεί, λοιπόν, η αντίθεση με την άποψη της πλειοψηφίας λόγος περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης;
Σαφώς και όχι!

Άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι μόνο η αρχή της πλειοψηφίας¸ του δικαίου των πολλών. Αυτό ισχύει μόνο για την ανάδειξη των κυβερνώντων και για την ψήφιση των νόμων με την κοινοβουλευτική διαδικασία και μόνο κατά το ένα σκέλος της. Το άλλο σκέλος της, που αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα για να μην μεταπίπτει αυτό σε καθεστώς τυραννίας της πλειοψηφίας, είναι αυτό της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.

Γράφει ο συνταγματολόγος Σταύρος Τσακυράκης: «…Γενικά σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία ισχύει η αρχή ότι η εναντίωση, διαφωνία αγανάκτηση, ακόμη και της πλειοψηφίας ως προς το περιεχόμενο ενός μηνύματος δεν αποτελούν ποτέ θεμιτές αιτιολογίες περιορισμού του λόγου. Η αρχή αυτή είναι προφανής στον πολιτικό λόγο. Αν η εναντίωση της πλειοψηφίας είναι ικανή να φιμώνει τον αιρετικό πολιτικό λόγο, τότε ασφαλώς δεν υφίσταται ελεύθερος διάλογος, ούτε δημοκρατία.»

Αποτελεί, μήπως, θεμιτό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης η καταστολή της αμφισβήτησης δια αυτής, δηλαδή δια της ελευθερίας της έκφρασης, της πολιτικής εξουσίας και του κοινωνικού συστήματος (π.χ. η έκφραση προτίμησης στην δικτατορία και όχι στην δημοκρατία);
Κατηγορηματικά όχι!

Γράφει ο συνταγματολόγος Κώστας Χ. Χρυσόγονος ότι τέτοια καταστολή «δεν μπορεί να παράσχει δικαιολογητικό έρεισμα για περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης σε περίοδο πολιτικής και πολιτειακής ομαλότητας… Η λήψη τέτοιων μέτρων κατευνασμού υποβαθμίζει την ελευθερία σε ελευθερία των συμφωνούντων ή έστω των σιωπούντων (όμως «ο σιωπών δοκεί συναινείν») και έτσι φαλκιδεύει το δημοκρατικό πολίτευμα… Για τους ίδιους λόγους είναι πρόδηλα εσφαλμένη και η άποψη ότι δεν επιτρέπεται και δεν προστατεύεται συνταγματικά η έκφραση και διάδοση πολιτικών ιδεών αντίθετων προς τις αρχές, έστω και τις θεμελιώδεις του ίδιου του Συντάγματος. Από καμία συνταγματική διάταξη δεν συνάγεται τέτοια απαγόρευση. Εκείνο που απαγορεύεται είναι η απόπειρα της βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος (άρθρο 120 παρ. 4 Σ)».

Θυμίζω εδώ ότι λόγω ακριβώς αυτής της αντίληψης περί περιορισμού,  πολλοί συμπατριώτες μας, σε άλλες εποχές, βρέθηκαν στην Μακρόνησο, στο Άϊ -Στράτη και αλλού να κτίζουν Παρθενώνες για να “αναμορφωθούν”!  
 Μήπως, όμως, προκύπτει θέμα περιορισμού αυτής της ελευθερίας, όταν ο στοχασμός, η σκέψη, η άποψη, έρχεται σε αντίθεση με βασικές ηθικές επιταγές ή με τις βασικές αρχές που στηρίζουν την πολιτεία;

Απαντά αρνητικά, με αφοπλιστικό τρόπο, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος: «…Η λύση μόνο ad hoc μπορεί να βρεθεί. Γενικός Κανόνας δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μία γενική άποψη σκοπιμότητας που κατ’ αρχήν και κατά κανόνα μας ωθεί μονόπλευρα προς την αναγνώριση της απεριόριστης ελευθερίας της σκέψης, από φόβο ότι κάθε περιορισμός μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις σε βάρος της… Ο νόμος συνεπώς για λόγους σκοπιμότητας δεν διακρίνει και προστατεύει ουσιαστικά κάθε ρήση, κάθε έκφραση, κάθε απόφανση, είτε πηγή έχει τον λόγο και πρόθεση έχει να φθάση στη λογική του άλλου, είτε πηγή έχει το πάθος και πρόθεση έχει να διαγείρει τα άλογα στοιχεία, τα πάθη της άλλης ψυχής.».

Τί γίνεται όμως όταν αυτός που εκφράζεται κατέχει δημόσια θέση ή δημόσιο αξίωμα; Υπάρχει για αυτόν, λόγω της θέσης του, οιοσδήποτε επιπλέον περιορισμός στην ελευθερία έκφρασής του;
Νομικά, γενικά όχι.
Ειδικά, όμως, για τις πολιτικές εκδηλώσεις που γίνονται υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, το άρθρο 29 παρ. 3 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.» και εισάγει έτσι ολοσχερή απαγόρευση πολιτικής εκδήλωσης υπέρ ή κατά κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς, στρατιωτικούς και υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας και μόνο σχετική απαγόρευση –«κατά την άσκηση των καθηκόντων τους»- σε όλους τους άλλους (υπαλλήλους Δημοσίου, τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ.), πλην όμως δεν αναφέρεται στους αιρετούς

Και βέβαια οι αιρετοί δεν θα μπορούσαν να εντάσσονται εδώ αφού εκλέγονται από τον λαό, ακριβώς για τις απόψεις τους, η πρόσληψη των οποίων από τους εκλογείς τους προϋποθέτει την ελευθερία της έκφρασης. Πως θα επιλέξει κάποιος ανάμεσα στον τάδε ή στον δείνα πολιτικό όταν αγνοεί τις απόψεις τους; Εξάλλου, από τον λαό εκλέγονται και στον λαό λογοδοτούν, τόσο για τα πεπραγμένα τους, όσο και για τα λεγόμενά τους!

Τα ανωτέρω δεν μπορούν να έχουν αλλιώς, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα καταλήγαμε σε αδιέξοδες, ενδεχομένως δε και επικίνδυνες, καταστάσεις.
Δείτε μία χαρακτηριστική: Τον Μάιο του 2010 το μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ Μάκης Μαΐλης, σε τηλεοπτική του παρέμβαση (Μega) και επιχειρώντας να απαντήσει στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που κάλεσε τον Περισσό να σεβαστεί την δημοκρατική νομιμότητα, δήλωσε: «Εμείς στο ΚΚΕ είμαστε αντίθετοι με το Σύνταγμα. Δεν συμφωνούμε και το έχουμε καταψηφίσει. Είμαστε υποχρεωμένοι; Είναι Σύνταγμα αντιλαϊκό και για το ΚΚΕ το μόνο δίκιο είναι του εργαζόμενου και όχι τα συμφέροντα των λίγων». Στο ίδιο πνεύμα την επομένη ημέρα η τότε Γενική Γραμματέας του Κόμματος κ. Αλέκα Παπαρήγα επανέλαβε ότι το κόμμα της έχει καταψηφίσει το Σύνταγμα και τόνισε ότι «λέμε στον λαό ότι είναι ένα κακό Σύνταγμα και πρέπει να παλέψει για την αλλαγή του».
Μήπως άραγε θα έπρεπε να ζητηθεί η άρση της βουλευτικής ασυλίας των ανωτέρω για την έκφραση της ως άνω θέσης τους, δεδομένου ότι αυτοί, ως βουλευτές, κατά άρθρο 59 του Συντάγματος, είχαν ορκιστεί να είναι πιστοί στο δημοκρατικό πολίτευμα και να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους;

Κοντολογίς είναι άλλη η πολιτική λειτουργία του λόγου, που μπορεί τόσο να διασφαλίσει όσο και να υπονομεύσει την ηθική του αξία, και άλλο η ηθική δικαιολόγησή του, η οποία ενέχει αξιώσεις καθολικότητας, που, όμως, συνταγματικά δεν εδράζονται πουθενά.
Βεβαίως, όπως λέει ο συνταγματολόγος Σταύρος Τσακυράκης:  «Η ρήση ότι νομικά δεν υπάρχουν ορθές ή λανθασμένες απόψεις δεν σημαίνει ότι το «η Γη είναι πιάτο» περιέχει την ίδια αλήθεια με το «η Γη είναι στρογγυλή». Σημαίνει απλούστατα ότι και οι δύο έχουν θέση στον δημόσιο διάλογο, ότι και οι δύο προστατεύονται εξίσου».    

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η ελευθερία της έκφρασης είναι εγγενές στοιχείο της δημοκρατίας, σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε να επιτρέπει ακόμα και σε αυτούς που την υποβλέπουν να την χρησιμοποιούν εναντίον της.
Βλέπετε, το μεγάλο προτέρημα και το μεγάλο ελάττωμα της δημοκρατίας είναι η μεγαθυμία της, που συνοψίζεται απολύτως στην αρχή της ελευθερίας· In dubio pro libertate: Εν αμφιβολία, υπέρ της ελευθερίας!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος