Ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν (και στους καλούς και στους κακούς)

Τετάρτη, 13 Απρίλιος 2022 16:06 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Η σκηνή που η Ναυσικά συναντιέται με τον Οδυσσέα είναι λίγο πολύ γνωστή και δεν την αναφέρω. Ένα κοριτσάκι είναι η Ναυσικά δεκατεσσάρων, δεκαπέντε, δεκαέξι το πολύ χρονών και είναι μόνη. Οι φίλες της, όταν αντίκρυσαν τον Οδυσσέα εκεί στην ερημιά που δεν περίμεναν «κεκακωμένον ἅλμη» (κακοποιημένον από την αρμύρα), γυμνόν με μια κλάρα που έκοψε στο στόμιο της σπηλιάς για να καλύψει τη γύμνια του («θάμνων ὑπεδύσετο») και: τί είναι τούτο; άνθρωπος; φάντασμα; κινούμενος θάμνος; σκόρπισαν αλλού γι’ αλλού τρομαγμένες, γιατί «σμερδαλέος αὐτῇσι φάνη» (τους φάνηκε τρομερός). 

Μόνη λοιπόν και απέναντί της έχει τον Οδυσσέα τον πανέξυπνον, τον πολυμήχανο, τον πανούργο. Ίδια η Αθηνά είναι ο Οδυσσέας, η θεά της σοφίας, και στην αρχή σκέφτηκε ως ικέτης να πέσει στα γόνατά της και να την παρακαλέσει να τον βοηθήσει, μα μετάνιωσε, γιατί μπορεί και να χόλιαζε (κάκιωνε) η κόρη. Έτσι μειλίχια και φρόνιμα της είπε: Γονατίζω μπροστά σου βασίλισσα και ζητώ να με σπλαχνιστείς, θνητή ή αθάνατη είσαι. (Σπλαχνίσου με, βασίλισσα, θνητή ή αθάνατη είσαι, μεταφράζει ο Αργύρης Εφταλιώτης). Και αν είσαι κάποιος θεός – Όμηρος κρούει – με την Αρτέμιδα εγώ, την κόρη του Δία σε παρομοιάζω σε ομορφιά και μπόι και γενιά. Αν πάλι είσαι άνθρωπος, ευτυχισμένοι θά ’ναι ο πατέρας σου και η μάννα σου και τ’ αδέρφια σου σαν θα βλέπουν τέτοια χάρη να μπαίνει στο χορό. Και τρισευτυχισμένος αυτός που θα σε πάρει. Τέτοια ομορφιά που σηκώνει σεβασμό δεν έχουν ξαναδεί τα μάτια μου. Και λέει κι άλλα ο Οδυσσέας, ο τέλειος άντρας, όπως: Με νιό βλαστάρι φοίνικα ανερχόμενο (νέον ἔρνος) σαν εκείνο που κάποτε είδα στο βωμό του Απόλλωνα στη Δήλο και θάμπωσα, γιατί τέτοιο δέντρο δεν είχε βγάλει η Γη, σε παρομοιάζω και θαυμάζω και εκπλήττομαι με σένα…
Κι άλλα ακόμα λέει εκείνος που «κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο», ο πολύπειρος και πολύπαθος, όπως ότι είκοσι μέρες πάλευε με τα κύματα της αγριεμένης θάλασσας (οἴνοπα πόντον) και τις θύελλες. Και κανείς δεν ξέρει τί θα πάθω ακόμα, διότι δεν νομίζω ότι θα πάψουν τα βάσανά μου. Και τέλος της εύχεται οι θεοί να της δώσουν ό,τι ποθεί: Και άντρα και οίκο να σου δώσουν λαμπρή, διότι απ’ αυτό τίποτα καλλίτερο. Από το να ομονοούν στις σκέψεις άντρας με γυναίκα… Και όλ’ αυτά για να τον σπλαχνιστεί και να τον ελεήσει. Και σκέφτομαι: Ποιά γυναίκα θα ακούσει τέτοια λόγια και δεν θα λυγίσει. Δεν θα κρατήσει την ανάσα της, δεν θα βουβαθεί, δεν θα χάσει τα λογικά της, δεν θα μουδιάσει ολόκληρη.  

Όμως η Ναυσικά σαν έρχεται η σειρά της, τη βάζει ο «Ποιητής των Θεών και ο Θεός των Ποιητών» να μιλήσει, όχι μόνο δεν λιγώνεται ούτε τα χάνει, αλλά του μιλεί κοφτά σα να μην την έχουν επηρεάσει τα λόγια του και τον προσγειώνει απότομα. Δεν κολακεύεται, δεν λέει ότι τη γοήτευσε και θα τον βοηθήσει. Με μια λέξη ο λόγος της βρίσκεται σε μεγάλη αντίθεση με εκείνον του Οδυσσέα, σε άλλο πνεύμα. Και φαίνεται και εδώ το μέγα μέγεθος του Ποιητή.

- Ξένε, του λέει, έξυπνος φαίνεσαι. Ούτε κακός ούτε άφρονας άντρας μοιάζεις. Άκου λοιπόν: Την ευτυχία στους ανθρώπους τη μοιράζει ο Δίας, ο άρχων ανθρώπων και θεών. Και τη μοιράζει και στους καλούς και στους κακούς (ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν), όπως θέλει στον καθένα. (Ζεὺς Ὀλύμπιος ὄλβον νέμει ἀνθρώποισιν ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν ὅπως ἐθέλῃσιν ἑκάστῳ). Δεν τη μοιράζει σε όλους το ίδιο και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν. Εσένα, λοιπόν, αυτά σου έδωσε και μην παραπονιέσαι. Εσύ ένα μόνο χρέος έχεις, να υπομένεις. (Χρὴ τετλάμεν ἔμπης). Αυτός είναι ο νόμος. ο Νόμος τη Φύσης, του Θεού, όπως θέλετε πέστε το. Μην το ψάχνεις λοιπόν. Μη θέτεις ερωτήματα, γιατί ερωτήματα δεν υπάρχουν, που ή τα κάνεις ή δεν τα κάνεις δεν φέρουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Λοιπόν τί κλαίγεσαι; γιατί απορείς; τί ζητάς παραπέρα;

Καθαρά πράγματα, απλά. Ούτε φανταχτερές κουβέντες, ούτε πολυλογίες, ούτε φιλοσοφίες, πρακτικά. Και το κοριτσάκι αυτό, το μικρό άπραγο παιδί των 14, 15, 16 χρονών μιλώντας με την ψυχή της γυναίκας μέσα στους αιώνες, γενόμενη έως προκλητική, αποδεικνύεται σοφός γέροντας. Βλέπει τα πράγματα με την αγνότητα και την απλότητα του παιδιού. Με ό,τι συμβαίνει στη φύση και στη ζωή και τα λέει και τον τελειώνει εκείνον που έχει περάσει τόσα, που ξέρει τόσα, τον έμπειρο και πανέξυπνο. Και ένα μικρό κορίτσι δίνει το μεγαλύτερο μάθημα, δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις της ανθρώπινης μοίρας.

Φοβερά λόγια, φοβερών ποιητών. Και το ερώτημα που προκύπτει αυτομάτως: Αλήθεια, αυτά τα τόσο σπουδαία, ο ποιητής γιατί τα βάζει στο στόμα ενός μικρού κοριτσιού και όχι μιας μεγάλης γυναίκας, όπως της Εκάβης, της Ανδρομάχης, της Ελένης;

Θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση. Διότι η Ναυσικά είναι κι αυτή γυναίκα και ως γυναίκα πολύ προσγειωμένη. Βλέπει τα πράγματα πρακτικά, χωρίς μεγαλοστομίες, χωρίς να κάνει μεγάλες σκέψεις, όπως αρκετοί άντρες, γιατί είναι υποχρεωμένη ως γυναίκα που διαιωνίζει το είδος να τα βλέπει, και τα βλέπει από τη φύση της, διαφορετικά απ’ ό,τι ο άντρας. Δηλαδή ρεαλιστικά, πρακτικά, χειροπιαστά, δίχως συναισθηματισμούς, όπως ακριβώς είναι. Πόσες φορές μικρά κορίτσια σαν τη Ναυσικά στα «μεγάλα λόγια» που λέγαμε για να εντυπωσιάσουμε, να τα κερδίσουμε, δεν μας προσγείωναν και μας… τελείωναν.   

Ανεξάντλητος ο Όμηρος και γενικά στους μεγάλους ποιητάς ο λόγος αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στους διαλόγους. Όταν μιλούν τα διάφορα πρόσωπα, και στον Όμηρο όταν μιλεί η Ναυσικά, ο Οδυσσέας, ο Αγαμέμνονας, ο Νέστορας, οι θεοί, ο Δίας, η Αθηνά. Και σκέφτομαι: Πόσο γερά κότσια θέλει για να μπορέσει ένας άνθρωπος, αφού άνθρωπος είν’ ο ποιητής και τα ποιήματα άνθρωποι τα φτιάχνουν, να μιλήσει σαν θεός! Γι’ αυτό και το είδος των ποιητών σπανίζει, αν θέλουμε να μιλάμε για αληθινούς ποιητάς.   

Θα σταθώ για λίγο ακόμα στο ουσιαστικό μέρος της φράσης της Ναυσικάς ότι την ευτυχία στους ανθρώπους τη μοιράζει ο Δίας, ο Θεός και την δίνει και στους καλούς και στους κακούς, όπως θέλει στον καθένα (ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν ὅπως ἐθέλῃσιν ἑκάστῳ). Συνεπώς η ευτυχία, μας λέει, δεν εξαρτάται από μας. Μια ζαριά η ζωή, που δεν την καθορίζουμε εμείς, και ό,τι τύχει. Καλή ή κακή δεν έχει απολύτως καμμία σημασία και είναι εντελώς αδιάφορο. Ρίχνει τη ζαριά για τον καθέναν μας, κάτι σαν παιχνίδι της μοίρας, και ό,τι κάτσει εκείνο και παίρνει.

Αυτό ο λαός το λέει «ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη αλλά αγαπάει και τον νοικοκύρη», και ο Δίας και τους καλούς και τους κακούς. Μάλιστα στην παροιμία ο Θεός αγαπάει πρώτα τον κλέφτη και ύστερα τον νοικοκύρη. Πόσο σοφά ο λαός κατέληξε μετά από βαθιές παρατηρήσεις! Και στον Καβάφη: Ο Εφιάλτης θα φανεί / και οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε. Δηλαδή εκείνο που τελικά επικρατεί και περνάει δεν είναι το καλό, αλλά το κακό, οι Εφιάλτες και οι Μήδοι. 

Και το κακό είναι και το δυνατό, ενώ ο καλός ο αδύνατος πάντα. Εκείνο που επικρατεί είναι το λιοντάρι, ο λύκος, ο καρχαρίας, το φίδι, ο αητός…, ο δυνατός. Το ριφάκι, το αρνάκι, το αδύνατο, το καλό θα φαγωθεί. Ο αδύνατος παντού. Και το ψυχικά με το σωματικά αδύνατος είναι έννοιες ταυτοπλατείς. Και βλέπουμε ότι ως προς την ευτυχία δεν διαφέρουν καθόλου οι καλοί απ’ τους κακούς. Και το βλέπουμε κάθε μέρα στην πράξη, στη ζωή. Πού λοιπόν υπερέχουν οι καλοί; 

Το ίδιο με τον Όμηρο λέει και ο Ισοκράτης στον Δημόνικο. (Οι αρχαίοι δεν λένε πουθενά αντιφατικά πράγματα ο ένας απ’ τον άλλο για ό,τι κι αν μιλούν πχ θεούς, πατρίδα, φιλία, γονείς κλπ). Μόνο που ο Ισοκράτης συμπληρώνει πού υπερέχουν όχι οι καλοί των κακών, αλλά οι δίκαιοι των αδίκων, που είναι σχεδόν το ίδιο. Και μας λέει ότι «οἱ δίκαιοι τῶν ἀδίκων μηδὲν ἄλλο πλεονεκτοῦσιν, ἀλλ’ ἐλπίσι σπουδαίαις ὑπερέχουσιν». Είναι ανώτεροι στο ότι έχουν ελπίδες σπουδαίες πως μπορεί κάτι να αλλάξει στον κόσμο. Και αυτό είναι υπεροχή. Η Ανάσταση του Χριστού για παράδειγμα τί είναι; Μη δεν είναι μια λαχτάρα, μια προσδοκία, ένας πόθος, μια υπέροχη επιθυμία και αγαθή ελπίδα ότι κάποτε μπορεί να αναστηθεί ο Θεός της Αγάπης; Να επικρατήσει τελικά η Αγάπη που ως τα σήμερα είναι θαμμένη βαθειά; 

Οι καλοί λοιπόν, στέκονται στην αγνότητα. Υπερέχουν ἐλπίσι σπουδαίαις. Υπερισχύουν στην ευγένεια του χαρακτήρα χωρίς σχέδια ματαιόδοξα. Και αν κατακρίνονται, γιατί συχνά κατακρίνονται, δεν απελπίζονται. Η εσωτερική προσταγή της ψυχής τους είναι που κρατεί (το κράτος τους). Οι ελπίδες. Και είναι σπουδαίες.
Μόνο σ’ αυτό υπερτερούν οι καλοί. «Ἐλπίσι ἀγαθαῖς». Πουθενά αλλού. Και είναι τούτο πραγματικά υπέροχο. Όχι τυχαία ο Ισοκράτης χρησιμοποιεί τα ρήματα πλεονεκτώ και υπερέχω. Μεγάλα διδάγματα, μεγάλα μαθήματα, υψηλά, όσο κι αν πολλοί, οι περισσότεροι, όχι μόνο δεν ασχολούμεθα μ’ αυτά αλλά τα κοροϊδεύουμε.  

Υστερολόγιο. Αντί να ρίξουν στα σχολεία ποταμούς από τέτοια κείμενα και να μένουν πάνω σ’ αυτά οι δάσκαλοι, τα καταργήσαμε. Και όπου ακούγονται ακόμη, τα περνάμε σα να μη λένε τίποτα σπουδαίο. Και απορούσα πάντα πώς δεν συγκινούν τον κύριο καθηγητή, παρά επιμένει σε κάτι τυπικά, όπως γιατί είναι στην τάδε πτώση, στο προληπτικό κατηγορούμενο, στο τάδε είδος υποθετικού λόγου κλπ, λες και ο αρχαίος όταν τά ’γραφε είχε σ’ αυτά το μυαλό του και όχι στα ουσιαστικά.
 

 
 

 

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
RIGAKOS
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
LINARDI

Πρόσφατα Νέα

GOUTOS
Koutsoviti