Το Κατερινιώ

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 14 Μάιος 2021 12:38 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Το Κατερινιώ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπέλα που ζούσε σε ένα χωριό της Κρήτης. Την είχαν βαφτίσει Κατερίνα, μα όλοι την φώναζαν ‘‘Κατερινιώ’’. Ήταν όμορφη σαν τα κρύα τα νερά.

Την Κατερίνα την αγάπησε και την πήρε γυναίκα του ο Μανόλης, ένας έμπορας από κείνα τα μέρη. Το Κατερινιώ έγινε αρχόντισσα και κυρά. Ζούσανε καλά και όλοι στο χωριό τους είχανε για ταιριαστό ζευγάρι.

Μια μέρα ο άντρας της είπε: «Κατερινιώ, θα λείψω καιρό. Θα πάω ταξίδι για να πουλήσω λάδι σε άλλο τόπο. Τι θέλεις να σου φέρω, όταν γυρίσω;» Εκείνη του λέει: «Θέλω μόνο να γυρίσεις γερός».

Έτσι ο Μανόλης έφυγε και το Κατερινιώ έμεινε μόνο με τους υπηρέτες στο μεγάλο αρχοντικό στην άκρια του χωριού.

Πέρασε καιρός… Ένα απόγευμα το Κατερινιώ  βγήκε βόλτα καβάλα στο άλογό της. Τότε φάνηκε μπροστά της ένας καβαλάρης όμορφος και λαμπερός σαν τον ήλιο. Την πλησίασε και είπε: «Καλό απόγευμα, κυρά. Είμαι ξένος κι ήρθα εδώ για να βρω δουλειά. Μήπως ξέρεις κάποιον που να χρειάζεται μάγειρα;»

Το Κατερινιώ σάστισε από την ομορφιά του παλικαριού. Σαν ήρθε στα συγκαλά της είπε: «Να ρωτήσεις στον καφενέ του χωριού». Εκείνος είπε: «Σε ευχαριστώ, κυρά! Ποιο είναι το όνομά σου;» Αυτή αποκρίθηκε: «Κατερινιώ!» Εκείνος της λέει: «Ξέρεις ότι μοιάζεις με νεράιδα;» Η κοπέλα κοκκίνισε, κατέβασε τα μάτια και δε μίλησε. Βίτσισε το άλογό της και κάλπασε μακριά.

Το παλικάρι προχώρησε κι έφτασε στον καφενέ. Ρώτησε για δουλειά κι έμαθε πως ένας γαιοκτήμονας ζητούσε μάγειρα. Ο ξένος πήγε, τον βρήκε και τα συμφωνήσανε. Τα βράδια, όταν τελείωνε από την κουζίνα, έκανε βόλτες και κοιτούσε τα αστέρια.

Ένα βράδυ πέρασε έξω από τον κήπο της Κατερίνας. Της είπε: «Ώρα καλή σου, κυρά! Με θυμάσαι; Θες να περπατήσουμε μαζί;». Το Κατερινιώ είπε: «Είμαι παντρεμένη! Πήγαινε στο καλό!» Εκείνος πήγε να πει κάτι, μα μετάνιωσε. Χαμογέλασε και προχώρησε στο δρόμο του.

Μα από παραξενιά της τύχης όλο μπροστά της έβλεπε η Κατερίνα τον ξένο. Ένα δειλινό γύριζε η κοπέλα με το άλογό της από τους αγρούς. Δίψασε και σταμάτησε σε ένα πηγάδι. Έβγαλε νερό με τον κουβά να πιει. Τότε άκουσε μια φωνή: «Θα μου δώσεις κι εμένα νερό να ξεδιψάσω, Κατερινιώ;» Γύρισε και είδε τον ξένο. Πριν προλάβει το Κατερινιώ να πει λέξη, την άρπαξε, την σφιχταγκάλιασε και τη φίλησε. Το Κατερινιώ του έδωσε ένα μπάτσο και την άφησε. Ύστερα ανέβηκε στο άλογό της κι έφυγε.

Μια χήρα είδε την Κατερίνα στο πηγάδι με τον ξένο κι είπε: «Ο άντρας της λείπει κι αυτή γυρίζει με τον ξενομερίτη. Αχ και να ήξερες, καημένε Μανόλη».

Πέρασε καιρός και το Κατερινιώ δεν συναπαντήθηκε ξανά με τον ξένο. Ο άντρας της ο Μανόλης γύρισε από το ταξίδι. Είχε νοσταλγήσει τον τόπο και τη γυναίκα του. Μα η ώρα η κακή τον έφερε μπροστά στη χήρα στο γυρισμό. Εκείνη του πρόλαβε όσα είδε στο πηγάδι. Ο έμπορας δεν πίστευε στα αυτιά του. Είπε στη χήρα: «Είσαι κουτσομπόλα και κακιά. Φύγε από μπροστά μου και μην ξαναπιάσεις στο στόμα σου τη γυναίκα μου, γιατί θα σε κόψω στα δύο με το σπαθί μου». Η χήρα φοβήθηκε και πήρε δρόμο.

Μα ο Μανόλης γαλήνη δεν βρήκε από κείνη την ώρα. Ολοένα έφερνε στο νου του τα λόγια της χήρας. Σαν έφτασε στο αρχοντικό του, πήγε ευθύς στο δωμάτιο της Κατερίνας. Εκείνη τον είδε κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει. Την πιάνει αυτός από τα μαλλιά, τραβάει τη σπάθα του και της λέει: «Να σε σκοτώσω θέλω, κυρά Κατερινιώ… Έμαθα πως με αρνήθηκες για έναν ξένο».

Η κοπέλα τον κάρφωσε με τα μεγάλα μαύρα μάτια της και του είπε: «Μη με σκοτώσεις, άντρα, μην κάνεις φονικό, γιατί έχω μες στα σπλάχνα μου το κοπέλι σου». Ο Μανόλης σάστισε. Ο Θεός τον φώτισε κι έριξε τη σπάθα στο πάτωμα. Κοίταξε την κοιλιά της Κατερίνας που είχε φουσκώσει κι έφυγε την ίδια στιγμή από την κάμαρα. Βγήκε έξω να πάρει αέρα και να σκεφτεί καθαρά. Η Κατερίνα έπεσε στο κρεβάτι κι έκλαιγε.

Πέρασαν μέρες κι ο Μανόλης δε ξαναφάνηκε στο αρχοντικό. Πήγε στον παππού του και του ιστόρησε όσα έγιναν. Ο γέρος τον ορμήνεψε: «Γύρισε στο σπίτι σου, γιε μου. Μη δίνεις σημασία στις κακές γλώσσες. Αν έχασες την πίστη σου, έχε εμπιστοσύνη στην κρίση μου. Είμαι γέροντας κι έχουν δει πολλά τα μάτια μου».

Έτσι ο Μανόλης γύρισε στο αρχοντικό του. Το Κατερινιώ του είπε: «Δώσε τόπο στην οργή, Μανόλη για το παιδί μας. Η προσβολή που μου έγινε ας μην πληρωθεί με αίμα». Ο άντρας της την άκουσε και δεν τιμώρησε τον ξένο. Η Κατερίνα σε λίγο καιρό γέννησε το πρώτο τους κοπέλι. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland